Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

"Μου μυρίζει μια μπόχα μπαγιάτικης ποίησης....μην αγγίξεις παιδί μου...έχει και μια μούχλα δήθεν πάνω, δεν το είδες;
Ας όψονται οι ποιητές μάνα...με πότισαν γάλα ληγμένο προκειμένου να μείνουν απούλητα τα προϊόντα τους ...." 
Ρ.Μ.

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2012

Πνεύμα καθυποτάξου.


Έκλεισα τα χαρτιά και απομόνωσα τη σκέψη…
Πιο κει το άδειο μου ποτήρι
καρτερικά και αναντίρρητα
περίμενε να εκπληρώσει το προορισμό του.
Ούτε αλήθεια πλέον καρτερούσα ούτε ψέμα.
Στιγμή νεκρή, που απλώς ζητούσε λύτρωση
στην  αποδέσμευση της  ώρας.
Κάποτε όμως θα συνομιλούσα με το χρόνο.
Των πάντων δεδικαιωτή!
Εκείνος ξέρει…
Προς το παρόν ασκούμαι για να μάθω να σιωπώ…
«Μηδήσου της νεότητας καταφρονήτω»,
κάτι σαν να μου λέει με μομφή αυτό,
μα είπα ότι απομόνωσα επί παντός τη σκέψη.
Κι ο κούκος της άνοιξης ο ελευθερωτής,
αργεί πολύ ακόμα να λαλήσει.
Ως τότε, πνεύμα  καθυποτάξου
στην ομίχλη της σιωπής.
Στις ώρες, στους μήνες και στα χρόνια.
Στα πάθη τα αβέβαια.
Στην γεύση τη στυφή του χθες
που αναβλύζει δύσοσμη
μέσα από σελίδες τετραδίων.
Εκεί όπου με κόσμιο περιτύλιγμα,
σαν χρυσαφένιο σελοφάν,
οι λέξεις επροφύλαζαν από τη μούχλα τη ζωή μου.
Υπάκουα, άμεμπτα, συνυπήρχαν μετ’ αυτής
σαν στρατιώτες Γ΄ Ράιχ  φανατικοί και καλοστοιχισμένοι.
Μα το απέραντο είναι άπιαστο,
ακαθόριστο, απερίγραπτο!
Πώς να χωρέσει το πολύ μιας ύπαρξης
σε μιας λευκής κόλλας
το κατ’ εξακολούθηση όμοιο,
μηδαμινό και λίγο;
Λοιπόν δεν έβλεπα, δεν άκουγα κι εγώ,
εν πλήρη αποσύνθεση της συνειδήσεως  βρισκόμουν
καθώς σταλαγματιά, σταλαγματιά
του αίματος μου το αίμα
χρωμάτιζε ότι υπήρχε μπρος μου.
«Σκότωσα τα οράματα!!!
Σκότωσα τα οράματαααααα», ουρλιάζοντας
διέσχισε η φωνή της ηδονής στριγκιά
της κάμαρης και της ψυχής το σκότος.
Ε και λοιπόν;
Αφού επί χρόνια πάλεψα ακατόρθωτα
για να χορτάσω τη ψυχή μου,
εν τέλει αφήνομαι να κορεστεί ηδονής
μονάχα το κορμί μου…




Τρίτη 21 Αυγούστου 2012


Η μοναξιά δεν έρχεται ποτέ μόνη.
Κουβαλά πίσω της, φορτωμένα στο άρμα της, του κόσμου τα "δώρα"...
Ρ/Μ

Της ώρας η πλήρωση


Πως μάκρυνε η αγάπη…
Πίσω απ' τη σκιά της πλέον
ίνες λεπτόφυλλες, φθαρμένες,
μοναχά αντικρίζω.

Πως μάκρυνε η αγάπη…
Στο τίποτα του χάους παγιδεύτηκε,
κορέστηκε οδύνης,
στην ερημιά του φθινοπώρου σαν
 περιπλανιόμουνα επαίτης μ΄ αποστράφηκε.

Πως μάκρυνε η αγάπη…
Βούλιαξε σε απύθμενα ηχηρή σιωπή
Κι ακτίνα πρώτης χαραυγής αυτή,
μικρών θεών εστία,
το θάμβος τους και το φτερούγισμα τους αποζήτησε.

Έσπασε χαλαρά δεσμά,
μακριά, μακριά,
μ’ ένα γλυκό χαμόγελο με κοίταζε
καθώς κουνώντας το μαντήλι μ’ αποχαιρετούσε.

Είχε μακρύνει η αγάπη…
Όταν στο κύκλο τον επίπονο
θέλησης ματαιόδοξης
ζήτησα να τη φυλακίσω.

Της ώρας η πλήρωση έφτασε.
Κι είχε μακρύνει η αγάπη
όταν για άμυνα και για αντιπαράθεση
η μνήμη τέθηκε εν πλήρη απραξία.

Σάββατο 18 Αυγούστου 2012

ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ




                                           Είδα στον ύπνο μου ένα όνειρο χθες, 
Που μ΄ έκανε κι έζησα στιγμές, πέρα ως πέρα, μαγικές! 
Έβλεπα λέει, πως ήμουνα σ΄ ένα χορό, 
Κρινολίνα, καπέλα, σατέν και μετάξια σωρό! 

Τι τύχη! Βρέθηκα σε σαλόνια με φώτα πολλά, 
με λουλούδια στα βάζα φερμένα από μέρη ξωτικά! 
’Άνθρωποι χόρευαν, εξω καρδιά, και γιατί όχι, 
Αφού δίπλα τους υπήρχε μονάχα χαρά. 

Και ήμουνα λέει , τάχα κι εγώ εκεί, αυτή την βραδιά, 
Ντυμένη- χα χα- με ρούχα πριγκιπικά. 
Πόνος, πίκρα, και δάκρυ με είχαν ξεχάσει, 
αφού σιμά μου πρίγκιπας αγκαλιά μ’ είχε πιάσει. 

Περνούσε η βραδιά, Θεέ μου φιλιά! 
Θεέ μου λόγια γλυκά, μ’ αλίμονο να, 
Ξάφνου το ρολόι, ντιν νταν, δώδεκα χτυπά. 
Φεύγει ο πρίγκιπας, σβήνουν τα φώτα, μόνη ξανά 
η Σταχτοπούτα διασχίζει της ζωής της την ρώτα...


Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Μην είναι αγέρι ο έρωτας;



Δεν ξέρω πως  τόσο γλυκιά πνοή σαν μουσική αφήνει απόψε η ψυχή μου!
Δε ξέρω πως ποιας μοίρας χάιδεμα τη νύχτα αυτή μου φώτισε τα μάτια.
Τάχα  κανένα κάλεσμα η αγάπη σου μου στέλνει;
Μην είναι αγέρι ο έρωτας;
Μην είν΄ τ΄  άστρα η αγάπη;