Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

Πνεύμα καθυποτάξου.


Έκλεισα τα χαρτιά και απομόνωσα τη σκέψη…
Πιο κει το άδειο μου ποτήρι
καρτερικά και αναντίρρητα
περίμενε να εκπληρώσει το προορισμό του.
Ούτε αλήθεια πλέον καρτερούσα ούτε ψέμα.
Στιγμή νεκρή, που απλώς ζητούσε λύτρωση
στην  αποδέσμευση της  ώρας.
Κάποτε όμως θα συνομιλούσα με το χρόνο.
Των πάντων δεδικαιωτή!
Εκείνος ξέρει…
Προς το παρόν ασκούμαι για να μάθω να σιωπώ…
«Μηδήσου της νεότητας καταφρονήτω»,
κάτι σαν να μου λέει με μομφή αυτό,
μα είπα ότι απομόνωσα επί παντός τη σκέψη.
Κι ο κούκος της άνοιξης ο ελευθερωτής,
αργεί πολύ ακόμα να λαλήσει.
Ως τότε, πνεύμα  καθυποτάξου
στην ομίχλη της σιωπής.
Στις ώρες, στους μήνες και στα χρόνια.
Στα πάθη τα αβέβαια.
Στην γεύση τη στυφή του χθες
που αναβλύζει δύσοσμη
μέσα από σελίδες τετραδίων.
Εκεί όπου με κόσμιο περιτύλιγμα,
σαν χρυσαφένιο σελοφάν,
οι λέξεις επροφύλαζαν από τη μούχλα τη ζωή μου.
Υπάκουα, άμεμπτα, συνυπήρχαν μετ’ αυτής
σαν στρατιώτες Γ΄ Ράιχ  φανατικοί και καλοστοιχισμένοι.
Μα το απέραντο είναι άπιαστο,
ακαθόριστο, απερίγραπτο!
Πώς να χωρέσει το πολύ μιας ύπαρξης
σε μιας λευκής κόλλας
το κατ’ εξακολούθηση όμοιο,
μηδαμινό και λίγο;
Λοιπόν δεν έβλεπα, δεν άκουγα κι εγώ,
εν πλήρη αποσύνθεση της συνειδήσεως  βρισκόμουν
καθώς σταλαγματιά, σταλαγματιά
του αίματος μου το αίμα
χρωμάτιζε ότι υπήρχε μπρος μου.
«Σκότωσα τα οράματα!!!
Σκότωσα τα οράματαααααα», ουρλιάζοντας
διέσχισε η φωνή της ηδονής στριγκιά
της κάμαρης και της ψυχής το σκότος.
Ε και λοιπόν;
Αφού επί χρόνια πάλεψα ακατόρθωτα
για να χορτάσω τη ψυχή μου,
εν τέλει αφήνομαι να κορεστεί ηδονής
μονάχα το κορμί μου…




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου